τριβωνοφορία

τριβωνοφορία
τριβωνο-φορία, , das Tragen eines abgenutzten Mantels

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • τριβωνοφορία — τριβωνοφορίᾱ , τριβωνοφορία the wearing of a fem nom/voc/acc dual τριβωνοφορίᾱ , τριβωνοφορία the wearing of a fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τριβωνοφορία — ἡ, Α [τριβωνοφορῶ] το να φορεί κανείς τρίβωνα …   Dictionary of Greek

  • τριβωνοφορίαι — τριβωνοφορίᾱͅ , τριβωνοφορία the wearing of a fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”